Μελέτη δείχνει ότι η κρεατίνη μπορεί να ενισχύσει τη λειτουργία του εγκεφάλου (κατά την εμμηνόπαυση)
Οι χαμηλές δόσεις κρεατίνης μπορούν να βελτιώσουν μνήμη, διάθεση και αντίδραση σε γυναίκες στην εμμηνόπαυση.
Νέα επιστημονική έρευνα υποδεικνύει ότι συγκεκριμένες μορφές κρεατίνης σε χαμηλές δόσεις μπορεί να βελτιώσουν τη γνωστική λειτουργία και να αυξήσουν τα επίπεδά της στον εγκέφαλο γυναικών που βρίσκονται στην περίοδο της εμμηνόπαυσης. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Journal of the American Nutrition Association, διαπίστωσε ότι ένα πρόγραμμα συμπληρωμάτων διάρκειας οκτώ εβδομάδων σχετιζόταν με ταχύτερους χρόνους αντίδρασης, βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ και πιθανή μείωση των εναλλαγών της διάθεσης σε γυναίκες κατά την περιεμμηνόπαυση και εμμηνόπαυση.
Η σημασία της κρεατίνης για τον εγκέφαλο
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από σημαντικές ορμονικές αλλαγές, κυρίως τη μείωση της οιστραδιόλης. Οι μεταβολές αυτές επηρεάζουν πολλαπλά συστήματα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου. Η οιστραδιόλη βοηθά στη ροή αίματος στον εγκέφαλο, στην παραγωγή ενέργειας στα κύτταρα και στη διατήρηση της υγείας των νευρώνων, επομένως η πτώση της μπορεί να προκαλέσει γνωστικά συμπτώματα που περιγράφονται συχνά ως «θολούρα», όπως προβλήματα μνήμης και μειωμένη προσοχή. Αυτή η περίοδος μπορεί επίσης να συνδέεται με δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο και μείωση της ικανότητάς του να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τη γλυκόζη, την κύρια πηγή ενέργειάς του.
Πώς έγινε η μελέτη
Η κρεατίνη είναι μια φυσική ένωση που διαδραματίζει βασικό ρόλο στη διαχείριση της ενέργειας στα κύτταρα, ανακυκλώνοντας το κύριο μόριο ενέργειας του οργανισμού, ιδιαίτερα σε ιστούς με υψηλές ενεργειακές ανάγκες, όπως οι μύες και ο εγκέφαλος. Ερευνητές έχουν υποθέσει ότι η συμπληρωματική χορήγηση κρεατίνης μπορεί να βοηθήσει στην αντιστάθμιση των ελλείψεων ενέργειας που συνδέονται με την εμμηνόπαυση.
Η πρόσφατη μελέτη πραγματοποιήθηκε από ομάδα του Πανεπιστημίου Novi Sad στη Σερβία και στόχευε να εξετάσει αν οι χαμηλές δόσεις υδροχλωρικής κρεατίνης και αιθυλικό εστέρα κρεατίνης μπορούν να προσφέρουν οφέλη χωρίς υψηλές δόσεις. Αυτές οι μορφές έχουν βελτιωμένη διαλυτότητα, κάτι που μπορεί να αυξήσει την απορρόφησή τους.
Η δοκιμή σχεδιάστηκε ως τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή και placebo-controlled, με 36 υγιείς γυναίκες ηλικίας 40–60 ετών να συμμετέχουν για οκτώ εβδομάδες. Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν τυχαία σε τέσσερις ομάδες: χαμηλή δόση κρεατίνης υδροχλωρικής (750 mg/ημέρα), μεσαία δόση (1.500 mg/ημέρα), συνδυασμός των δύο μορφών (800 mg/ημέρα) και placebo.
Κατά τη διάρκεια του προγράμματος αξιολογήθηκαν με υπολογιστικές δοκιμές, ερωτηματολόγια για συμπτώματα εμμηνόπαυσης και κόπωση, καθώς και εξετάσεις αίματος. Σε 16 συμμετέχουσες εφαρμόστηκε ειδική απεικόνιση εγκεφάλου για τη μέτρηση των επιπέδων κρεατίνης σε διαφορετικές περιοχές.
Αποτελέσματα και βελτιώσεις
Μετά τις οκτώ εβδομάδες, οι ομάδες που είχαν λάβει κρεατίνη παρουσίασαν βελτιώσεις σε διάφορους τομείς της γνωστικής λειτουργίας σε σχέση με την αρχική τους κατάσταση. Η μεσαία δόση κρεατίνης υδροχλωρικής συσχετίστηκε με σημαντικά ταχύτερους χρόνους αντίδρασης, ενώ η χαμηλή δόση βελτίωσε την επαγρύπνηση, τον έλεγχο εκτελεστικών λειτουργιών και την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών. Ο συνδυασμός των μορφών αύξησε επίσης την επαγρύπνηση και τους χρόνους αντίδρασης.
Η απεικόνιση εγκεφάλου έδειξε ότι όλες οι ομάδες που έλαβαν κρεατίνη είχαν σημαντική αύξηση στα συνολικά επίπεδα κρεατίνης, ιδιαίτερα στις μετωπικές περιοχές που σχετίζονται με διάθεση, μνήμη και γνωστική λειτουργία. Αντίθετα, η ομάδα του placebo παρουσίασε μικρή μείωση σε αυτές τις περιοχές. Επιπλέον, οι γυναίκες στη μεσαία δόση ανέφεραν μείωση κόπωσης και δυσκολίας συγκέντρωσης, ενώ η ομάδα του συνδυασμού παρουσίασε λιγότερο άγχος. Οι εξετάσεις αίματος δεν έδειξαν αλλαγές στα ορμονικά επίπεδα, αλλά ο συνδυασμός συμπληρωμάτων προκάλεσε σημαντική πτώση της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων. Τέλος η χρήση τους κρίθηκε ασφαλής, χωρίς αύξηση βάρους και με μόνο ήπια και προσωρινά συμπτώματα όπως καούρα.
Συμπερασματικά, οι επιστήμονες σημειώνουν πως εφόσον το δείγμα ήταν μικρό και η μελέτη μικρής διάρκειας, απαιτείται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι μελλοντικές έρευνες, για να καταλήξουν σε πιο αντιπροσωπευτικά και αξιόπιστα πορίσματα, θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνουν υπόψη τρόπους ζωής και διατροφή.